Η μεσαία
από τις τρεις χερσονήσους στη νότια Πελοπόννησο κατέχει τον τόπο
τον οποίο τα τελευταία 1100 χρόνια οι άνθρωποι ορίζουν με τον όνομα
Μαΐνη, Βράχια της Μάνης ή Μάνη. Τη χερσόνησο σχηματίζει η οροσειρά
του Ταϋγέτου, απόπληξη στη Μεσόγειο της αλπικής πτύχωσης Πίνδου.
Το νοτιότερο άκρο, ο αιχμηρός βράχος Ταίναρο, εισδύει στο θαλάσσιο
πέρασμα ανάμεσα στο Ιόνιο και το Αιγαίο πέλαγος, στο ίδιο γεωγραφικό
πλάτος με τη νότιο Σικελία και το στενό του Γιβλατάρ. Το μήκος της
περιοχής είναι 75χλμ. και το μέσο πάτος κυμαίνεται από 10 ως 20
χλμ. Για πολλούς ταραγμένους ιστορικά αιώνες, η Μάνη, ένας στερημένος
από φυσικούς πόρους τόπος, ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο από τις ορδές
των πειρατών, αλλά και ορμητήριο. Αποτελούσε τότε εστία πολυάριθμου
πληθυσμού που, κάτω από τις ιδιαίτερες και σκληρές τοπικές συνθήκες,
διαμόρφωνε και συντηρούσε ιδιότυπο βίο με αρχέγονα γνωρίσματα. 'Ετσι
πρόβαλε ως ξεχωριστή γεωγραφική, ιστορική, οικιστική και πολιτισμική
ενότητα που μοιράζεται σήμερα διοικητικά ανάμεσα στους νομούς Μεσσηνίας
και Λακωνίας διατηρώντας όμως ακόμα την ιδιαιτερότητα που της χάρισε
ο βράχος και η θάλασσα.
Η δεσπόζουσα
οροσειρά του Ταϋγέτου δίνει ενότητα στη Μάνη, ταυτόχρονα όμως, με
την κορυφογραμμή της, τη διαιρεί σε "προσηλιακή" (ανατολική) και
"αποσκιερή" ή "αποσκιαδερή" (δυτική). Τα τμήματα αυτά υποδιαιρούνται
σε μικρότερες τοπικές ενότητες, οι οποίες στο Βορρά αντιστοιχούσαν
σε προεπαναστατικές κληρονομικές καπετανίες, ενώ στο Νότο σε περιοχές
αιματοσυγγενικών πατριών. Παραμένει επίσης ο χωρισμός της ανατολικής
Μάνης σε 'Εξω Μάνη (βορειοανατολική) και Μέσα Μάνη (νοτιοανατολική)
καθώς και η ονομασία της δυτικής Μάνης ως Κάτω Μάνη, όπως λέγονταν
στα τέλη του 18ου αιώνα.
Η Μάνη
μας δίνει το πιο τρανό παράδειγμα της θεωρίας που θέλει τα πλάσματα
της φύσης, μαζί και τους ανθρώπους, να προσαρμόζονται και να αντλούν
χαρακτηριστικά από το φυσικό τους περιβάλλον. Έτσι όπως διαφοροποιούνται
οι λαοί των πέντε ηπείρων, έτσι όπως ξεχωριστή συμπεριφορά έχουν
οι κάτοικοι της βόρειας και της νότιας Ευρώπης, έτσι και οι Μανιάτες
δεν μοιάζουν με κανέναν γιατί διαμορφώθηκαν σε ένα τραχύ, απρόσιτο,
σχεδόν αφιλόξενο τόπο. Ο βράχος και η θάλασσα, τα συστατικά που
έπλασαν τους ανθρώπους της Μάνης είναι αυτά που θα μαγέψουν τον
επισκέπτη όταν νοιώσει το λιτό, απέριττο τοπίο και θα τον κάνουν
να ακυρώσει όσα δίχως λόγο τον απασχολούν και να προβάλλει την μια
και μοναδική αρχέγονη ομορφιά στην ψυχή του.
Για μακρές
περιόδους, ο ανυπότακτος και δυναμικός πληθυσμός της Μάνης έδινε
δύσκολους αγώνες για επιβίωση και αυτοτέλεια, οργανωμένος σε πατριαρχικά
ένοπλα γένη, έτοιμα να προασπίσουν (ή και να επεκτείνουν) τους ζωτικούς
χώρους και τους περιορισμένους πόρους τους. Η χωροταξική οργάνωση,
με το πυκνό δίκτυο των παραδοσιακών οικισμών διάσπαρτων στον αγροτικό
χώρο, καθώς και οι επιμέρους κατασκευές, όπως σπίτια, πύργοι, οχυρωμένα
συγκροτήματα, κάστρα, εκκλησίες, αναρίθμητα μαντρογυρισμένα χτήματα,
πεζούλια ξερολιθιάς στις πλαγιές και άλλα τεχνικά έργα, διηγούνται
τους σκληρούς αγώνες και τους κώδικες αξιών της ταραγμένης ζωής.
Από τις αρχές του 20oυ αιώνα, οι κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις
αποδυνάμωσαν το παραδοσιακό σύστημα και ο πληθυσμός απορροφήθηκε
στα αστικά κέντρα. Οι τοπική κοινωνία συρρικνώθηκε: ενώ το 19o αιώνα
αντιπροσώπευε περίπου το 1/10 του Μοριά, σήμερα είναι μόνο το 1/45.
Στις μέρες μας, οι άνθρωποι ανακαλύπτουν ξανά την Μάνη αλλά όχι
με την μορφή της τουριστικής επιδρομής των "πακεταρισμένων" βορειοευρωπαίων.
Οι ξένοι (ευρωπαίοι και έλληνες) που έρχονται στη Μάνη δεν αναζητούν
το μπαρ δίπλα στην πισίνα ενός ξενοδοχείου. Ψάχνουν τον εαυτό τους.
Πολλοί μάλιστα ενσωματώνονται και δεν είναι λίγα τα παραδείγματα
ανθρώπων που αποφάσισαν να "γίνουν" Μανιάτες αφήνοντας την παλιά
τους ζωή.